Νομικά Νέα

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟΥ & ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Η υπόθεση των καρτέλ στις αεροπορικές μεταφορές φορτίου - Μαθήματα για την αεροπορική βιομηχανία

Από το Αεροπορικό Δελτίο Φεβρουαρίου 2011 της δικηγορικής εταιρίας Clyde&Co

 

Η υπόθεση των καρτέλ στις αεροπορικές μεταφορές φορτίου - Μαθήματα για την αεροπορική βιομηχανία

 

Στις 9 Νοεμβρίου 2010 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τελικά την πολυαναμενόμενη απόφασή της (απόφαση υπ’αριθμ. C(2010)7694/18), δια της οποίας επέβαλε πρόστιμα, ανερχόμενα συνολικά στο ποσόν των 799 εκατομμυρίων ευρώ, σε έντεκα αεροπορικές εταιρίες για τον εκ μέρους τους καθορισμό ενιαίων τιμών (εναρμόνιση τιμών) στις προσαυξήσεις καυσίμων και τις προσαυξήσεις ασφάλειας και για την άρνησή τους να πληρώσουν την προβλεπόμενη προμήθεια σε αυτές τις προσαυξήσεις. Ειδικότερα, η εν λόγω απόφαση επέβαλε πρόστιμα άνω των 300 εκατομμυρίων ευρώ για την Air France-KLM και 104 εκατομμυρίων ευρώ για τη British Airways. Για τη SAS, το επιβληθέν πρόστιμο αυξήθηκε κατά 50%, φτάνοντας τα 70 εκατομμύρια ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της προηγούμενης ανάμιξής της στην εναρμόνιση της αγοράς μαζί με την Maersk Air το 2001. Κατά της πιο πάνω απόφασης αναμένεται να ασκηθούν εφέσεις από μερικές ή και όλες ακόμη τις εμπλεκόμενες αεροπορικές εταιρίες. Η απόφαση αυτή είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστική για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των αερομεταφορών.

 

Περισσότερες από είκοσι αεροπορικές και μια συμβουλευτική εταιρία εμπλέκονται σε μια μεγάλη έρευνα καρτέλ που διενήργησε η Επιτροπή. Η έρευνα ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2006, μετά από τις αποκαλύψεις της Lufthansa προς την Επιτροπή στα τέλη του 2005. Οι ισχυρισμοί της Επιτροπής βασίστηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου στις αιτήσεις «επιείκειας» που υποβλήθηκαν από τις έντεκα αεροπορικές εταιρίες -ήτοι, στις δηλώσεις των εταιριών αυτών προς την Επιτροπή, δια των οποίων ομολογούσαν την παράνομη συμπεριφορά τους και με τις οποίες ενέπλεκαν και άλλες εταιρίες σε αυτήν, με την ελπίδα να τους επιβληθεί μειωμένο ή και καθόλου πρόστιμο. Η Lufthansa ως αποκαλύψασα την κατάσταση ανταμείφθηκε με 100% απαλλαγή από τα επιβληθέντα πρόστιμα. Η Martinair ανταμείφθηκε με μια μείωση της τάξεως του 50%, με το επιβληθέν σε αυτήν πρόστιμο να μειώνεται στα 29.5 εκατομμύρια ευρώ. Εξαιρουμένης μίας, σε όλες τις λοιπές αεροπορικές εταιρίες έγινε δεκτή μείωση του επιβληθέντος προστίμου.

 

Η Επιτροπή υπέβαλε τις συναφείς προσφυγές το Δεκέμβριο του 2007 αλλά δημοσίευσε την απόφασή της τρία σχεδόν χρόνια αργότερα. Η καθυστέρηση προκλήθηκε εν μέρει από την αλλαγή της (σύστασης της) Επιτροπής στις αρχές του 2010, και εν μέρει λόγω της επίκλησης, εκ μέρους διαφόρων αεροπορικών εταιριών, της ανικανότητάς τους να πληρώσουν τα αναμενόμενα υψηλά πρόστιμα, βρίσκοντας έρεισμα στις δυσμενείς οικονομικές περιστάσεις που αντιμετώπιζε ο κλάδος (ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της διάσπασης των αεροπορικών μεταφορών που προξένησε η περίπτωση της ηφαιστειακής τέφρας). Αυτές οι ενστάσεις κατέστησαν αναγκαία εκτενή έρευνα από την Επιτροπή, αλλά, σε κάθε περίπτωση, απορρίφθηκαν.

 

Η Επιτροπή δεν δημοσίευσε οποιαδήποτε ευρήματα παράβασης, ούτε και επέβαλε οποιαδήποτε πρόστιμα στις λοιπές αεροπορικές εταιρίες και τη συμβουλευτική εταιρία που απετέλεσαν το αντικείμενο της έρευνάς της.

 

 

Τα διδάγματα και τα σημεία ενδιαφέροντος

 

Το πρώτο μάθημα από την εν λόγω υπόθεση είναι ότι ο καθορισμός ενιαίων τιμών, (άλλως, η εναρμόνιση τιμών), στις προσαυξήσεις καυσίμων και ασφαλίστρων θα τιμωρείται απηνώς. Ενώ σε διάφορες αεροπορικές εταιρίες δόθηκε κάποια «επιβράβευση» για τη συνεργασία τους κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, τα υψηλά ποσά των επιβληθέντων προστίμων είναι ενδεικτικά της εξακολουθητικής σοβαρότητας με την οποία τιμωρείται η εναρμόνιση τιμών από τους νομοθέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως και από τους Αμερικανούς νομοθέτες, εξάλλου). Τα συνολικά πρόστιμα που επιβάλλονται στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς επίσης και οι αποζημιώσεις που συμφωνούνται στις συναφώς προκύπτουσες αστικές αντιδικίες, αγγίζουν στο υπερβολικό ποσό των δύο δισεκατομμυρίων στερλινών. Αυτό το τεράστιο κονδύλι υπολογίζεται πως υπερβαίνει οποιαδήποτε παράνομα τυχόν κέρδη των συμμετόχων στα καρτέλ και θέτει υπό αμφισβήτηση την καταλληλότητα μιας τέτοιας ποινής σε έναν κλάδο όπου η κερδοφορία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ισχνή.

 

Ένα άλλο σημαντικό μάθημα είναι η αξίωση για την αυτοτέλεια της στρατηγικής τιμολόγησης. Μια κοινή πρακτική στην αεροπορική βιομηχανία είναι η αποκαλούμενη «Ακολούθησε τον Ηγέτη» τιμολόγηση, με τις τιμές να καθορίζονται σύμφωνα με τις ανακοινώσεις τιμολόγησης του εκάστοτε θεωρουμένου ως ηγέτη της αγοράς. Ένα θεμελιώδες μάθημα είναι ότι οι κατέχοντες ηγετικό μερίδιο της αγοράς θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι ο συγχρονισμός και η μορφή οποιασδήποτε σχετικής ανακοίνωσης δεν θα είναι σχεδιασμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επηρεάζουν τη συμπεριφορά άλλων, μικρότερων παικτών της ίδιας αυτής αγοράς. Εξίσου, οι «ακόλουθοι» της αγοράς πρέπει επίσης να διασφαλίσουν ότι οι τιμολογιακές αποφάσεις τους είναι ευαπόδεικτα αυτοτελείς, διατηρώντας τα κατάλληλα αρχεία για να αποδείξουν ότι λήφθηκαν ανεξάρτητα.

 

Ένα αντιφατικό χαρακτηριστικό της εν λόγω απόφασης είναι ο εκ μέρους της Επιτροπής υπολογισμός των προστίμων, εν μέρει αναφορικά προς τις υπηρεσίες που πωλούνται σε πελάτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και, επομένως, πέρα από την αρμοδιότητα και τη δικαιοδοσία της. Αναγνωρίζοντας το στοιχείο αυτό, η Επιτροπή έλαβε υπόψη στον υπολογισμό των προστίμων το 50% του τζίρου των διαδρομών προς και από τρίτες χώρες. Αυτή η επιλογή του 50% φαίνεται αυθαίρετη και, χωρίς αμφιβολία, θα δώσει έρεισμα για εφέσεις.

 

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης ήταν η εμπλοκή ως (συν)κατηγορούμενης μιας εταιρίας συμβούλων, αν και οι κατηγορίες εναντίον της απορρίφθηκαν στη τελική απόφαση. Πρόσφατα, η Επιτροπή έχει εκδηλώσει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα μεσολαβούντα τρίτα μέρη, άλλως τους «μεσάζοντες» που θεωρούνται ύποπτοι για τη διευκόλυνση των τακτικών των καρτέλ. Κατά συνέπεια, στις Οδηγίες της για τις Οριζόντιες Συμφωνίες του Ιανουαρίου του 2011, η Επιτροπή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στους κινδύνους «της διαμοίρασης στοιχείων μεταξύ ανταγωνιστών μέσω μιας κοινής υπηρεσίας (π.χ., μίας εμπορικής ένωσης) ή ενός τρίτου», αναφέροντας ως χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα τους «οργανισμούς έρευνας αγοράς» (βλ. παράγραφο 105 των σχετικών Οδηγιών). Οι νομικοί σύμβουλοι στις εταιρίες αερομεταφορών θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι επαφές με ή πληροφορίες που παρέχονται σε συμβουλευτικούς φορείς θα γίνονται με τον αυστηρότερο δυνατό σεβασμό στο δίκαιο ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Το τελευταίο σημαντικό μάθημα της υπόθεσης είναι η ανάγκη για αυστηρή νομιμοφροσύνη σε οποιεσδήποτε συγκεντρώσεις συμμαχιών. Είναι σημαντικό ότι, κατά την αναγγελία της απόφασης, ο Επίτροπος Αλμούνια αναγνώρισε ότι η εναρμόνιση τιμών στις προσαυξήσεις θα μπορούσε να είναι μέρος των συζητήσεων μίας νόμιμης συμμαχίας αεροπορικών εταιριών, και δήλωσε ότι τέτοιες επαφές «δεν ελήφθησαν υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας Απόφασης». Εντούτοις, δεχόμενος ότι η εναρμόνιση προσαυξήσεων μπορεί να είναι επιτρεπτή δραστηριότητα μίας συμμαχίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι υπήρξαν επίσης συζητήσεις περί τιμολόγησης μεταξύ μελών συμμαχίας που παραβίασαν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως προειδοποίησε ο Επίτροπος, «η ύπαρξη μιας συμφωνίας συμμαχίας δεν μπορεί να συνεπάγεται την εν λευκώ, ωμή εναρμόνιση τιμών μεταξύ των μελών της».

 

Η περίπτωση των αεροπορικών μεταφορών εμπορευμάτων είναι επίσης μια υπενθύμιση ότι το δίκαιο ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέστη πλήρως εφαρμοστέο στα δρομολόγια ανάμεσα σε κράτη-μέλη και μη κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την 1η Μαΐου 2004 και μετά. Λόγω της διεθνούς δραστηριοποίησής τους, οι αεροπορικές εταιρίες αντιμετωπίζουν υψηλότερους κινδύνους, από τις παράλληλες έρευνες των ρυθμιστών του ανταγωνισμού εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι συνεργάζονται εκτενώς και ανταλλάσσουν πληροφορίες κατά την έρευνα των διεθνών καρτέλ, καθώς επίσης και από τις αστικές αξιώσεις που εγείρονται σε διάφορες χώρες. Ενώ στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση οι αεροπορικές εταιρίες είναι πιο εξοικειωμένες με το δίκαιο του ανταγωνισμού, πολλές εταιρίες των οποίων οι χώρες δεν διαθέτουν καν συναφή νομοθεσία, λαμβάνουν τώρα την έντονη υπενθύμιση της σημασίας, και της εφαρμογής σε αυτές, του δικαίου του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ.

 

Ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος ήταν η απόφαση της Επιτροπής να προσφέρει μια μείωση πρόστιμων της τάξεως του  15% συνεκτιμώντας το ρυθμιστικό περιβάλλον στις εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χώρες, που, κατά την άποψη της Επιτροπής, «ενθαρρύνουν την αντίθετη με τον ανταγωνισμό συμπεριφορά εκ μέρους των αεροπορικών εταιριών». Σε ορισμένες τρίτες χώρες, οι υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών υπόκεινται ακόμα σε υψηλό βαθμό παρεμβατισμού, συμπεριλαμβανομένης σε αυτόν και της ενεργούς ενθάρρυνσης να υιοθετούνται κοινές θέσεις στις προσαυξήσεις. Η Επιτροπή αναγνώρισε τις πιέσεις που οι αεροπορικές εταιρίες αντιμετωπίζουν από τέτοιες κυβερνήσεις εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, συνεπώς, επέδειξαν κάποια επιείκεια

« Previous 1 ... 5 6 7 8 9 10 11 12 13 ... 15 Next »