Νομικά Νέα

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟΥ & ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Άρειος Πάγος, Α1 Πολιτικό Τμήμα: Αποφάσεις No. 179 & 180/2014

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Άρειος Πάγος, Α1 Πολιτικό Τμήμα: Αποφάσεις No. 179 & 180/2014

 

Στην υπόθεση αυτή το Γραφείο μας εκπροσώπησε την εκ των Αναιρεσιβλήτων Ασφαλιστική Εταιρία «ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.» με την ιδιότητά της ως της Ασφαλιστικής Εταιρίας της επίσης Αναιρεσίβλητης Αεροπορικής Εταιρίας «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.».

Περίληψη:

 Με δύο χωριστές Αιτήσεις Αναίρεσης, οι Ενάγουσες μητέρα και χήρα, αντίστοιχα, επιβάτη που έχασε τη ζωή του στο ατύχημα του αεροσκάφους Falcon, προσέβαλαν τις αποφάσεις υπ’αριθμ. 4952/2005 και 4953/2005 του Εφετείου Αθηνών. Οι ως άνω δύο Αναιρεσείουσες είχαν εκκινήσει δικαστικό αγώνα το Δεκέμβριο του 2001, εγείροντας απαιτήσεις κατά της εκμεταλλευόμενης το εν λόγω αεροσκάφος αεροπορικής εταιρίας, του επιβιώσαντα Κυβερνήτη του και των Ασφαλιστών της Ευθύνης της ως άνω αεροπορικής εταιρίας, καταθέντοντας εναντίον τους δύο χωριστές Αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες αξίωναν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ψυχικής οδύνης) τους για την απώλεια του θανόντος υιού και συζύγου τους αντίστοιχα, που, όπως αναφέρθηκε ήδη, έχασε τη ζωή του στο ατύχημα του αεροσκάφους Dassault Falcon 900 SX-ECH στις 14 Σεπτεμβρίου 1999 κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του από την Αθήνα στο Βουκουρέστι. Το μοιραίο αυτό ατύχημα συνέβη λίγα μόλις λεπτά πριν από την προσγείωση του αεροσκάφους στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου.

Ευρήματα:

Αμφότερες οι αποφάσεις αυτές εξετάζουν πρώτα το ζήτημα εάν ο Δεύτερος Αναιρεσίβλητος -Κυβερνήτης του εν λόγω αεροσκάφους Falcon κατά τη διάρκεια της μοιραίας πτήσης, ο οποίος, σημειωτέον, ουδόλως παρέστη στη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του κρίνοντος δικαστηρίου (ΑΠ), αλλά ούτε και ενώπιον του Εφετείου- είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί στη συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Μετά από μια αναδρομή στο διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατέληξε στο ότι ο Κυβερνήτης και Δεύτερος Αναιρεσίβλητος, όντως κλητεύθηκε νομότυπα από την Ασφαλίστρια της αεροπορικής εταιρίας και Τρίτη Αναιρεσίβλητη να παραστεί στη δικάσιμο της 04.03.2013, και, λόγω της μη παράστασής του, η συζήτηση ορθά έλαβε χώρα ερήμην του. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι οι δικηγόροι των Αναιρεσειουσών δήλωσαν ότι παραιτήθηκαν από τις περαιτέρω αναιρέσεις τους στην έκταση που αυτές στρέφονταν κατά του Δεύτερου Αναιρεσίβλητου.

Οι δύο αποφάσεις εκτείνονται σε 25 σελίδες έκαστη, τα κύρια ευρήματά τους δε έχουν ως ακολούθως:

 

(i) Απόρριψη των ισχυρισμών των Αναιρεσειουσών ότι το Εφετείο, δια των σχετικών αποφάσεών του, παραβίασε, δήθεν, τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας

 Ύστερα από μια ανάλυση των ως άνω αρχών, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατέληξε ότι τα κριτήρια, βάσει των οποίων το Εφετείο έκρινε και αποφάσισε το ύψος της επιδικασθείσας στις Ενάγουσες/Εκκαλούσες ηθικής βλάβης, ήταν ορθά και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο νόμο (Άρθρο 932 ΑΚ), και δεν παραβίασαν τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας.

 

Επί τη βάσει των εφετειακών αυτών αποφάσεων, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απέρριψε τους ισχυρισμούς των δικηγόρων των Αναιρεσειουσών ότι οι επιδικασθείσες στις εντολείς τους αποζημιώσεις (εξ Ευρώ 161.408,66 και 117.388,11, αντίστοιχα) ήταν δυσανάλογες σε σχέση με τα διατεινόμενα πολύ υψηλότερα ποσά αποζημιώσεων που φέρονται να καταβλήθηκαν στην οικογένεια δύο άλλων επιβατών, οι οποίοι επίσης έχασαν τη ζωή τους στο ίδιο αυτό ατύχημα, ποσά που φέρονται να κυμαίνονται μεταξύ 670 εκατ. και 1,5 δισεκατ.Δραχμών. Όπως δέχθηκε το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, οι αποζημιώσεις που κατβλήθηκαν στην έτερη αυτή οικογένεια, ακόμη κι αν ήταν υψηλότερες, ορθά δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο ως ένα από τα κριτήρια υπολογισμού της επιδικασθησομένης στις εν λόγω Αναιρεσείουσες ηθικής βλάβης. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απέρριψε το σχετικό αναιρετικό λόγο επί τη βάσει του ότι, παρά το γεγονός ότι οι θάνατοι των δύο αυτών άλλων επιβατών και του επιβάτη υιού και συζύγου των εν προκειμένω Αναιρεσειουσών, όντως, προκλήθηκαν κατά το ίδιο ατύχημα και υπό τις ίδιες συνθήκες, ούτε οι θανόντες, αλλά ούτε και οι οικογένειές τους είχαν όμοιες προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης. Αναφορικά επίσης με τα ως άνω, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκρινε ότι η αξίωση των Αναιρεσειουσών κατά της αεροπορικής εταιρίας (Πρώτης Αναιρεσίβλητης) και των Ασφαλιστών της ευθύνης της (Τρίτης Αναιρεσίβλητης) να προσκομίσουν αντίγραφα των Εξοφλητικών Αποδείξεων που υπεγράφησαν από την ως άνω έτερη οικογένεια θυμάτων, στερείτο νομικής βάσης, και, ως εκ τούτου, ορθά το Εφετείο είχε απορρίψει το σχετικό αίτημά τους.

 

(ii) Η διακριτική ευχέρεια του Εφετείου για τον καθιρισμό του ποσού της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο

 Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκρινε περαιτέρω ότι, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ο τρόπος με τον οποίο το Εφετείο ασκεί κατά περίπτωση τη διακριτική του ευχέρεια κατά τον καθορισμό εύλογου ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν υπόκειται σε περαιτέρω έλεγχο από το ίδιο  (ΑΠ), αφού τα εφαρμοζόμενα κριτήρια αναφέρονται σε αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων. Επί αυτής της βάσεως, ο Άρειος Πάγος απέρριψε τον σχετικό πρόσθετο αναιρετικό λόγο των Αναιρεσειουσών, ήτοι ότι το Εφετείο είχε, δήθεν, υπερβεί τα άκρα όρια της διακριτικής ευχέρειάς του.

 

 (iii) Οι Αναιρεσείουσες στερούνταν οιασδήποτε απευθείας αξίωσης κατά των Ασφαλιστών της ευθύνης της αεροπορικής εταιρίας

Στον τρίτο αναιρετικό τους λόγο, οι Αναιρεσείουσες επικαλούντο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρχικά, και, κατόπιν το δικάζον σε δεύτερο βαθμό Εφετείο, εσφαλμένα είχαν απορρίψει την Αγωγή τους στην έκταση που αυτή στρεφόταν (και) κατά των Ασφαλιστών της ευθύνης της αεροπορικής εταιρίας.Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απέρριψε και αυτόν τον αναιρετικό λόγο, και επιβεβαίωσε την ορθότητα της κρίσης αμφότερων των ως άνω δικαστηρίων κατώτερου βαθμού, σύμφωνα με την οποία, βάσει του Ελληνικού Δικαίου, όπως αυτό ισχύει σήμερα, οι Αναιρεσείουσες δεν είχαν το δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση απευθείας από τους Ασφαλιστές της ευθύνης της αεροπορικής εταιρίας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο εάν οι Ενάγουσες/Εκκαλούσες, και νυν Αναιρεσείουσες, είχαν επικαλεστεί και αποδείξει ότι η σχετική σύμβαση ασφαλίσεως μεταξύ της αεροπορικής εταιρίας και των Ασφαλιστών της είχε ρητά συμφωνηθεί να λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων εχόντων αξίωση. Όπως διέλαβε το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, παρόλο που ο Ελληνικός Κώδικας Αεροπορικού Δικαίου  (Ν.1815/1988, ά.137) και ο Κανονισμός ΕΚ 2407/1997 προβλέπουν την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη της ευθύνης των αεροπορικών μεταφορέων έναντι τρίτων, ο Ελληνικός Ασφαλιστικός Νόμος 2496/1997 (Άρθρο 26.5) θεσπίζει ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να δύναται τρίτο μέρος να εγείρει απευθείας αξίωση εναντίον τους (εναντίον Ασφαλιστών ευθύνης), προϋποθέσεις που μέχρι σήμερα δεν πληρούνται αφού οι προβλεπόμενες απαραίτητες Υπουργικές Αποφάσεις δεν έχουν ακόμα εκδοθεί. Ως εκ τούτου, καμία απευθείας απαίτηση αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε στα πλαίσια αεροπορικής μεταφοράς δεν μπορεί να εγερθεί από τρίτο μέρος κατά των ασφαλιστών των αεροπορικών εταιριών. Τέτοια απευθείας έγερση απαίτησης είναι εφικτή μόνο κατά των ασφαλιστών ευθύνης εξ αυτοκινήτων (σύμφωνα με το Ν. 489/1976, όπως κυρώθηκε από το προεδρικό διάταγμα υπ’αριθμ.237/1986).

 

Επί τη βάσει των ως άνω ευρημάτων, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, δια των αποφάσεών του με αριθμούς 179 και 180/23.01.2014, απέρριψε αμφότερες τις Αναιρέσεις και επεδίκασε σε κάθε μία από τις Πρώτη και Τρίτη Αναιρεσίβλητες (αεροπορική εταρία και Ασφαλιστές της, αντίστοιχα) το ποσόν των Ευρώ 2.700 ως δικαστικά έξοδα ανά υπόθεση, ήτοι το συνολικό ποσόν των Ευρώ 10.800 για αμφότερες τις Αναιρεσίβλητες σε αμφότερες τις Αναιρέσεις.



 

« Previous 1 2 3 4 5 6 7 8 9 ... 15 Next »